Η Ενορία μας

Τα Κελλιά, αν και αποτελούν ένα μικρό χωριό κοντά στη πόλη της Λάρνακας, περικλείουν εντούτοις έναν από τους σημαντικότερους βυζαντινούς ναούς της Κύπρου τον Ι. Ναό Αγίου Αντωνίου, ο οποίος χρονολογείται από τον 9ο αιώνα και αποτελεί το δεύτερο αρχαιότερο ναό της μητροπολιτικής επαρχίας Κιτίου μετά την Αγγελόκτιστη.

Τα Κελλιά, ένα χωριό που φαίνεται να αποτέλεσε μοναχικό ασκητήριο και πήρε την ονομασία του από τα κελλιά των μοναχών που ήταν κτισμένα στην περιοχή. Ο ίδιος ο ναός, μάλιστα αν και δεν έχουν σωθεί σχετικά μαρτυρίες, θα πρέπει να υπήρξε μοναστικός ως τον 12ο αιώνα περίπου.

Πρόκειται για μεταβατικό ναό του 9ου αιώνα,  ο οποίος αρχικά κτίστηκε ως τρουλαίος σταυροειδής εγγεγραμμένος, με τρεις αψίδες ανατολικά και έξι χοντρούς πεσσούς, εσωτερικά των οποίων σχηματίζονταν πλατιά τόξα που έδιναν την εντύπωση τοξοστοιχίας βασιλικής.

Αργότερα όμως, ο ναός υπέστη μετατροπές, κυρίως στον τρόπο στέγασης, κατά τις οποίες ο τρούλος αντικαταστάθηκε από μια εγκάρσια καμάρα δίνοντας, έτσι στο ναό εξωτερικά την μορφή του σταυρεπίστεγου. Το μνημείο διατηρεί επάλληλα διαδοχικά στρώματα τοιχογράφησης, αποσπασματικού χαρακτήρα, που καλύπτουν μια ευρεία περίοδο από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα. Αν και στα ανώτερα τμήματα των καμάρων του ναού διακρίνονται υπολειπόμενα ενός ολοκληρωμένου εικονογραφικού προγράμματος, το υπόλοιπο του ναού έχει διακοσμηθεί αποσπασματικά με ανεξάρτητες παραστάσεις διαφόρων περιόδων, αφιερωματικού χαρακτήρα. Έτσι λοιπόν, ο ναός του Αγίου Αντωνίου προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία στον επισκέπτη να μελετήσει από κοντά την εξέλιξη της βυζαντινής ζωγραφικής στην Κύπρο, μέσα από ένα διάστημα πολλών αιώνων.

Στην αρχική διακόσμηση, δηλαδή στα τέλη του 9ου αι., φαίνεται να ανήκει η παράσταση της Σταύρωσης που εικονίζεται στη δυτική πλευρά του νοτιοανατολικού πεσσού του τρούλου. Τα έντονα μαύρα περιγράμματα, η γραμμική και σχηματική πτυχολογία, και η εντελώς περιληπτική απόδοση του σώματος συνηγορούν στη χρονολόγηση αυτή. Στα δεξιά του Χριστού εικονίζεται η Θεοτόκος και η σκηνή απεικονίζει τη στιγμή που ο Χριστός από το Σταυρό απευθύνεται στη Μητέρα Του και στον Ιωάννη, ο οποίος βρίσκεται στα αριστερά Του, ενώ στο επάνω μέρος της παράστασης αποδίδονται τα σύμβολα του ήλιου και της σελήνης. Διακρίνονται οι επιγραφές ΙΔΕ Ο ΥΙΟΣ ΣΟΥ και ΙΔΟΥ Η ΜΗΤΗΡ ΣΟΥ (Ιωάννης ΧΙΧ, 26 – 27). Οι ευαγγελικές αυτές ρήσεις φαίνεται ότι εμφανίζονται στην τέχνη μέσα στον 9ο αι., σ’ ένα κλίμα ανάδειξης του ρόλου της Θεοτόκου ως φορέας την Ενσάρκωσης, δίνοντας έτσι συγχρόνως, έμφαση στη διπλή φύση του Χριστού και στη σημασία της Ενσάρκωσης για το έργο της σωτηρίας. Άλλα νεωτεριστικά στοιχεία της εικονογραφίας της σύνθεσης είναι η επιγραφή ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ  για την Παναγία, καθώς και το γεγονός ότι ο Χριστός φέρει περιζώνιο και όχι κολόβιο, τη στιγμή που ο τρέχων τύπος της περιόδου αυτής εικονίζει το Χριστό με κολόβιο και επιγράφει την Παναγία ως «Αγία Θεοτόκο». Η πρωιμότερη μέχρι τώρα γνωστή μαρτυρία φορητής εικόνας με τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει η παράσταση των Κελλιών είναι η Σταύρωση του πρώτου μισού του 9ου αι. του Σινά (Weitzmann, B32),  για τη χρονολόγηση της οποίας οι απόψεις διίστανται. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους σταυρούς-λειψανοθήκες του 9ου αι. το μόνο κοινό που εντοπίζουμε με την εξεταζόμενη Σταύρωση από τα Κελλιά είναι οι ευαγγελικές ρήσεις, ενώ το περιζώνιο του Εσταυρωμένου και η Θεοτόκος «Μήτηρ Θεού» εμφανίζονται πολύ αργότερα, στον 11ο αι. Στην Καππαδοκία, σε μ ια ομάδα πρώιμων μνημείων με αμφισβητούμενη χρονολόγηση που κυμαίνεται από τον 7ο έως τον 9ο αι., όπως ο ναός Acikel Aga Kiliesi, συναντάμε επίσης, τις ευαγγελικές ρήσεις αλλά και την επιγραφή «Μήτηρ Θεού». Όσον αφορά στις μικρογραφίες χειρογράφων, οι δυο πρώτοι τύπου του Χριστού, με κολόβιο και με περιζώνιο, συνυπάρχουν καθ’ όλον τον 9ο αι., όπως για παράδειγμα στο ψαλτήριο του Παντοκράτορα (Άθως, Παντοκράτωρ 61, f.98r.) όπου η μικρογραφία που συνοδεύει τον ψαλμό 73 παριστάνει το Χριστό με περιζώνιο, ενώ στο ίδιο χειρόγραφο, στη μικρογραφία του ψαλμού 21, ο Χριστός φέρει το κολόβιο. Αλλά και στην παράσταση της Σταύρωσης του χειρόγραφου των Ομιλιών του Γρηγορίου Ναζιανζινού (Paris. Gr.510.fol.30v), που χρονολογείται μεταξύ του 879 και του 882, το ένδυμα που επέφερε ο Χριστός αρχικά ήταν περιζώνιο, για να καλυφθεί στη συνέχεια με το κολόβιο. Είναι προφανές ότι η παράσταση που εξετάζουμε αποτελεί έργο καλλιτέχνη ενήμερου των εξελίξεων και των θεολογικών μηνυμάτων του καιρού του, τα οποία εντάσσει στο έργο του, αν και τεχνοτροπικά δεν παρουσιάζει ανάλογο προοδευτισμό. Πάντως, το εικονογραφικό πρότυπο της Σταύρωσης από τα Κελλιά, παρουσιάζεται την ίδια περίοδο και σε μια άλλη περιοχή της Κύπρου, την Τεμπριά, όπου σώζεται λιτανευτικός σταυρός, στον οποίο ο Εσταυρωμένος φέρει το περιζώνιο και οι επιγραφές ΙΔΕ – ΙΔΟΥ εικονίζονται εκατέρωθεν του Χριστού. Ο σταυρός μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 9ου αι. και αποτελεί –εκτός από τα Κελλιά- μια επιπλέον μαρτυρία για την ύπαρξη και κυκλοφορία του συγκεκριμένου ότι με τη Σταύρωση του Αγίου Αντωνίου βρισκόμαστε μπροστά σε μια από τις πρωιμότερες απεικονίσεις του θέματος και το γεγονός ότι η παλαιότερη ανάλογη ζωγραφική μαρτυρία που αναφέρεται εντοπίζεται, την ίδια περίοδο, στο Σινά δηλαδή στον ευρύτερο χώρο της νοτιοανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, προκαλεί ενδιαφέρον και αποτελεί μαρτυρία των ιδιαίτερων καλλιτεχνικών σχέσεων της Κύπρου με το χώρο αυτό ήδη από πολύ νωρίς.

Στον 11ο αι. ανήκει η παράσταση της Θυσίας του Αβραάμ στο νοτιοδυτικό πεσσό του δυτικού τοίχου. Στην ίδια, επίσης περίοδο θα πρέπει να αποδοθεί και η παράσταση του Αγίου Παντελεήμονα στην ανατολική όψη του βορειοδυτικού πεσσού του δυτικού τοίχου, η οποία πιθανότατα αποτελεί έργο του ίδιου εργαστηρίου. Τόσο τα έντονα και χοντρά περιγράμματα, η σχηματική απόδοση του σώματος και της κόμης και η έκδηλη απλοποίηση στα ζωγραφικά μέσα όσο και οι σχεδιαστικές λεπτομέρειες με τις χαρακτηριστικές καμπυλωτές γραμμές κάτω από τα μάτια και τις λευκές ψιμμυθιές στο μέτωπο, τις παρειές και τα’ αυτιά συνδέουν στενά τις δυο παραστάσεις, παρόλο που η απολέπιση που έχει υποστεί η δεύτερη ενεργεί εις βάρος της ακρίβεια της σύγκρισης. Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί πως οι παραπάνω παραστάσεις παρουσιάζουν σχεδιαστικές μόνο ομοιότητες με τις τοιχογραφίες του 11ου αι. στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης, οι οποίες θα πρέπει να αποδοθούν σε διαφορετικό εργαστήριο, ενώ κοινές αναφορές, κυρίως στο σχέδιο, παρατηρούνται και με την τέχνη της Καππαδοκίας την περίοδο αυτή. Στον 11ο αι., επίσης, φαίνεται να ανήκει και η αρκετά κατεστραμμένη τοιχογραφία των Αγίων Ανδρονίκου και Αθανασίας, στην ανατολική πλευρά του νοτιοδυτικού πεσσού, όπως επίσης και κάποιες άλλες πολύ φθαρμένες παραστάσεις, των οποίων η ανάλυση καθίσταται σχεδόν αδύνατη. 

Σε όλη τη διάρκεια του 12ου αι. ο ναός του Αγίου Αντωνίου διακοσμείται με αναθηματικές παραστάσεις κατά τρόπο πάλι ανεξάρτητο και αποσπασματικό Είναι μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι ακόμα και τα συνεργεία ζωγραφικής που εργάστηκαν στο ναό σε όλη τη διάρκεια του αιώνα είναι διαφορετικά, με αποτέλεσμα οι τοιχογραφίες να μην παρουσιάζουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, εκτός από εικονογραφική ούτε και τεχνοτροπική συνέχεια μεταξύ τους. Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι συγκρινόμενες οι απεικονίσεις του 12ου αι. των Κελλιών με τα υπόλοιπα μνημεία της Κύπρου της ίδιας περιόδου δεν παρουσιάζουν –πλην δυο περιπτώσεων- ιδιαίτερες ομοιότητες μ’ αυτά και τα κοινά στοιχεία περιορίζονται σε μια γενικότερη αντίληψη ζωγραφικής που κυριαρχεί και που λίγο έως πολύ χαρακτηρίζει την τέχνη της Νήσου την εποχή αυτή. Θα πρέπει, λοιπόν να έδρασαν στην περιοχή του Κιτίου αρκετά ντόπια εργαστήρια ζωγραφικής, τα οποία κατά καιρούς εκλήθησαν να διακοσμήσουν τμήματα του ναού του Αγίου Αντωνίου και που δεν φαίνεται να υστερούν σε ποιότητα και ζωγραφική ικανότητα από τα υπόλοιπα, γνωστά σε μας, καλλιτεχνικά εργαστήρια της Κύπρου της εποχής αυτής. Τέτοια είναι η περίπτωση του καλλιτέχνη που ζωγράφισε τη μορφή του Αβραάμ από την κατεστραμμένη πια σκηνή της Θυσίας στο νοτιοδυτικό πεσσό του δυτικού τοίχου, επάνω ακριβώς από την τοιχογραφία του 11ου αι. με το ίδιο θέμα. Τα μεγάλα εκφραστικά μάτια με τα καμπυλωτά περιγράμματα, το σφικτό πλάσιμο και η σχετική γραμμικότητα μαζί με μια ελευθερία στο σχέδια, η ρέουσα πτυχολογία και η έκδηλη προσπάθεια απόδοσης του όγκου προδίδουν υψηλή ποιότητα ζωγραφικής του δεύτερου μισού του 12ου αι. Μερικά  από τα παραπάνω στοιχεία τα συναντάμε στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στο Πέρα χωριό (1160-1180 περ.). Το ίδιο συμβαίνει και με την παράσταση της ένθρονης Θεοτόκου στη δυτική όψη του νοτιοδυτικού πεσσού, ακριβώς απέναντι από την τοιχογραφία του Αβραάμ, η οποία παρά την κακή κατάσταση διατήρησης της, παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία στο σχέδιο και την πτυχολογία με το μνημείο του Πέρα Χωριού και ιδίως με την Παναγία της αψίδας και δεν αποκλείεται να αποτελεί έργο του ίδιου εργαστηρίου με εκείνο της Θυσίας του Αβραάμ. Στα τέλη του 12ου αι. θα πρέπει να τοποθετηθεί ο Ιεράρχης που σώζεται αριστερά από τη μορφή του Αβραάμ, του νοτιοδυτικού πεσσού του δυτικού τοίχου.

Ακόμα διατηρούνται τρεις παραστάσεις έφιππου Αγίου Γεωργίου, δυο στο βορειοδυτικό και μία στο βορειοανατολικό πεσσό. Οι δυο απ’ αυτές, χρονολογούνται στις πρώτες δεκαετίες του 12ου αι. ενώ μια μπορεί να τοποθετηθεί στο δεύτερο μισό. Πρόκειται για την τοιχογραφία του αγίου της νότιας όψης του βορειοδυτικού πεσσού, η οποία παρουσιάζει έντονες ομοιότητες με την αποτοιχισμένη, σήμερα, τοιχογραφία της όρθιας δεομένης Θεοτόκου δίπλα σε άγιο, της ανατολικής όψης του νοτιοδυτικού πεσσού του τρούλλου. Κοινά στοιχεία, όπως το πλάσιμο, οι γραμμές του προσώπου, τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, το σχέδιο των χειλιών, αλλά ακόμα και η συντομογραφημένη γραφή του «άγιος», που αποδίδεται με ένα Α ένα μέσα σε ένα Ο – συνηθής από τον 11ο αι, και μετά- μας οδηγούν στο συσχετισμό των δυο παραστάσεων και στην απόδοση τους σε κοινό εργαστήριο του δεύτερου μισού του 12ου αι. Αλλά και η τοιχογραφία του ίδιου στρώματος των Αγίων Διομήδη και Ανδρονίκου, στην ανατολική όψη του νοτιοδυτικού πεσσού επάνω ακριβώς από την παράσταση της δεόμενης Θεοτόκου και του αγίου, παρουσιάζει ιδιαίτερες ομοιότητες με τις δυο προηγούμενες τοιχογραφίες και θα πρέπει να αποδοθεί στο ίδιο εργαστήριο, παρόλο που η κατάσταση διατήρησης της είναι πολύ χειρότερη από εκείνην την Παναγίας και του Αγίου, της οποίας τα χρώματα διατηρούνται χωρίς μεγάλες αλλοιώσεις, ένεκα του ότι πολύ νωρίς καλύφθηκε από νεότερο στρώμα διακόσμησης – με την παράσταση του Αγίου Δημητρίου του 13ου αι. Κοινές αναφορές με τις τοιχογραφίες του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στα Κάτω Λεύκαρα (1200 περ.) αλλά και με τις τοιχογραφίες του Χριστού Αντιφωνητή στην Καλογραία, στα δυο μνημεία που πιστεύουμε ότι αποτελούν έργο του ίδιου εργαστηρίου και μάλιστα του ιδίου ζωγράφου, είναι ενδιαφέρουσες ενδείξεις για την ένταξη των εν λόγων τοιχογραφιών των Κελλιών στον ίδιο καλλιτεχνικό κύκλο.